Top Definition
A kerchief worn about the neck.
Don't make fun of my and my neckerchief!
από Sarahjayne 18 Νοέμβριος 2008
1 more definition
A mens large handkerchief worn around the neck of an woman (similar to a scarf) to increase their attractiveness
Tracey looked so hot last night wearing her neckerchief, so after I fucked her I came all over it.
από Nick O'chief 2 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×