Ned Ludd (ned lud) pronoun. a feeble-minded man who smashed two (textile) frames belonging to a Leicestershire employer (c. 1779) Mr. Ludd believed that the industrial revolution would dehumanize human beings see Luddite

"Progress may have been a good idea once. But it has outgrown its usefulness," said Ned Ludd as he smashed the shit out of his Leicestshire employer's (textile) frames.

από Little Miss Sunshine!! 10 Νοέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×