Top Definition
Someone so sexually repulsive as to negate the possibility of sexual gratification of others, i.e. a male negatosexual turns straight women gay and gay men straight.
Did you see those women scatter? Mike's a negatosexual.
από phenombr 16 Ιανουάριος 2009
5 Words related to Negatosexual

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.