Top Definition
A feeling of nervousness and excitement combined. Pronounced neck-cited.
Amanda was extremely nexcited for the beginning of 10th grade.

Billy: Are you ready for the audition results?
Ben: Well, I'm kind of nexcited.
από MirrorOnTheGround 30 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.