Top Definition
The act of slappin someone i an irregular way.
The woman was so pissed that her husband was cheatin on her that she slapped him in the front of his face instead on his cheek in other words she nigga slaped him.
από traywright 1 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×