Adjective used to describe someone who has the ability to eat anything.
A: I think that guy just ate a car tyre.
B: He must be nomnipotent.
από plexicon 16 Μάρτιος 2009
Eating everything, everywhere, all at the same time.
I was so hungry, when I got home I ate everything in the fridge, I was practically Nomnipotent.
από EdgarAllanPWN 5 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×