An absense of existence, a thing that has no existence
My love life is completely nonexistent.
από KnJC25 1 Απρίλιος 2008
not existing. seemingly not there. missing. gone. absent.
Derrick's relationship with his 16 year old brother was almost nonexistent. They barely talked and he didn't really want him interfering with his life.
από darksongbird 21 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×