Noockle: 1) N. Synonymous with Noob, only more stringent, and often applying to knowledge of sex or drugs.

2) N. A person who is unusually uninformed in the realms of Sexual or drug-related behavior.
"What the hell IS that?" "It's crack, Noockle!"

"Hey, did you hear that Lizzie didn't know what 69 meant?" "I know, right? What a Noockle!"
από Norbert715 23 Νοέμβριος 2008
7 Words related to Noockle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×