Top Definition
One who cups nuts firmly in the palm of their hand. Used as an insult to either guy or girl. Mainly to refer to the whore-ishness of said guy or girl.
Julie: I totally hooked up with this hot guy last night!

Nancy: Dude! You are SUCH a nutcupper!
από *Va-Jay-Jay* 24 Ιανουάριος 2009
6 Words related to Nutcupper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×