Top Definition
Nim·foe·som·ni·a

noun

Inability to obtain sufficient sleep, esp. caused by sex; difficulty in falling or staying asleep; sleeplessness due to being easily distracted by members of the opposite sex.
Michelle used to lay awake at night: Her nymphosomnia was often causing her to be late for work.

από KeithMyArthe 26 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×