Top Definition
adj.
1.) the feeling you get when someone is acting obnoxious towards you.
2.) to be annoyed or to have the feeling of being in an 'obnoxious' situation
Ugh, I was so obnoxified by all the fat people eating all the food at the buffet
από Adam Helms 2 Φεβρουάριος 2006
5 Words related to Obnoxified

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×