Top Definition
(v.) to remind someone to stop saying wait at the beginning of a sentence if it is not necessary

ogake/ogaked/ogaking
Student: "Wait, is the homework due tomorrow?"

Teacher: "You just got OGAKED!"
από YOU SEE 20 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×