Top Definition
A religion, viewed upon by young girls who are obsessed with Olay.
"Hey, Sasha! Guess what."
"I just converted to Olayism, at that old church, down by the creek."
"No way, Catherine! I did too!"
"I can't wait for this Sunday, my first official Olayism worship."
"Neither can I! See you there!"
από OlayGirly 28 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.