Top Definition
A persistent belief that one is likely to get laid.
Given how few women were at the party, it was a exercise in optijism for Dick to think he would get lucky.
από TucsonTiger123 17 Ιούλιος 2009
5 Words related to Optijism

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×