Top Definition
A day-long event involving achieving as many orgasms as possible (before passing out). Artistic expression, volume, quality, and facial contortions all count in the scoring. Not to be confused with synchronized orgathalon.
While training for her orgathalon, she blew a circuit.
από msledge 27 Αύγουστος 2009
5 Words related to Orgathalon

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×