Top Definition
A person native to, or living in, Ottawa, Ontario Canada for a period of no less then 1 year.

The term Ottawipe can be use interchangably with Ottawan, Ottawinian, Ottawinterian etc.

Its plural form is Ottawipes.
The people of Ottawa, ON, Ottawipes, are friendly and generous, they number close to 1 million!
από I_Love_Ottawa 10 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.