Top Definition
1. A surname of German decent
2. A family with genetically inherent charm, good-looks, and sense of humor.
I wish I was an Ottenfeld...
από PoopHedd 2 Φεβρουάριος 2009
4 Words related to Ottenfeld

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×