Top Definition
When you are too drunk to work/swim/chew. The drunkness often comes from otter bitter, which leaves you wanting more and more.
OMG kelly has been ottered for so long she will need a pint glasss with a handle on it soon
από damkel 5 Ιούνιος 2012
To take a poop so large, that it plugs up the toliet.
"Jeanine stopped over and ottered our toliet! How rude!"
από Eric 25 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.