Top Definition
To win big. To trounce or own someone. To pwn awesomely!
You do not want to challenge me at darts; I will padankle you!

Dude, you padankled!
από Malecken 14 Ιούλιος 2009
1 more definition
Padankle means to pee in the shower.
I padankled.
She likes to padankle.

Who else padankles?
από coooooooooooooooooolllllllllll 21 Ιούνιος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×