Top Definition
1. When one flips out to an uncontrollable degree and lets off a dump in their pants.
Napoleon Bonaparte was so excited to have won so many battles that he had a pant crapping.
από Jonathan Merkel 28 Μάρτιος 2005
6 Words related to Pant Crapping

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.