Top Definition
n. Sex maniac

A man, usually an old man, with an insatiable appetite for sex.

Origins: probably derived from "papa" or "pappa", suggesting an old man.
"The new maths teacher, Mr.Zucchero, is a certified pappan", she said, shaking her head in a mock dismay.
από Maths Teacher 2 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×