Top Definition
To own someone, to beat them, to completely defeat them, either in an activity or by power of spoken word.
If you get beaten 6-0 at Pro Evoluction Soccer, you have been patricated.
If you make a comical remark at your friends expense, you patricate them (or are said to have patricated them).
από curry hoors 13 Ιούνιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.