Top Definition
Plural {Penis} See: Penis. Also, Reference to men.
1.) The boy was born with a deformity. Instead of having one penis he had two peanai.

2.) There were a lot of attractive peanai at the party last night.
από DRuth 13 Δεκέμβριος 2007
6 Words related to Peanai

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×