Top Definition
A sexual act, when a man ejaculates on another man's penis.
John wanted a pearl twinkie, so he told Tom to come on his penis.
από retepmai 19 Μάρτιος 2010
1 more definition
1 Word related to Pearl Twinkie
When one man ejaculates onto another man's penis.
Ben pulled out jizzed all over Roger's massive cock. Roger thanked Ben for the pearl twinkie.
από Reedus 19 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×