Top Definition
A sexy, young, charming boy. Usually lightens the mood and is a natural sex preditor. Latin for 'Sex God' a Penman goes though at least 200 women in his life time.
I can't beileve Penman shagged every girl at the party last night?!

Lucky fucker!
από Penman 29 Φεβρουάριος 2012
1 Word related to Penman

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×