Top Definition
Common misspelling for "Persistent"
He was so persistant
He was so persistent
#persistent #determined #constant #enduring #fixed #incessant #insistent #interminable #never-ending #perpetual #perseverant #persevering #persisting #steadfast #stubborn #tireless #lazy #relenting #surrendering #yielding
από qwebf 23 Ιανουάριος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×