Top Definition
Persnickety Snatch: Snobby vag

Persnickety: Fussy or having the aloof attitude of a snob; requiring painstaking care.
Snatch: Take something, a brief spell of effort or activity, vagina.
I knocked the argyle socks off that persnickety snatch!
από Snick & Snatch Obstinate 21 Ιούλιος 2009
11 Words related to Persnickety Snatch

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.