A prostitute of ill-health, exhibiting frequent coughing, rattling and wheezing, phlegmy and general malaise. Typically targetting a lower class of client and willing to accept reasonable offers.
I found her in the park, in rags, hacking like a jitney - but all I had was a crumpled twenty, and so a pertustitute would have to do.
από "Tim" 24 Φεβρουάριος 2008

5 Words Related to Pertustitute

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×