Top Definition
(fale*gaz*um)
(n)a failure at an activity or undertaking you had been engaged in.
(v)To fail, or have an unsuccessful result of an activity or undertaking
"I just phailgasm'd all over that test."

"ugh, i had a Phailgasm at halftime when i dropped the ball"
από Raymond Dyrimm 24 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×