Top Definition
A metaphorical substance involving a representation of so much fail that neither phail nor failsauce may suffice for describing the utter lack of win.
Bob: Did you hear that James got raped by a 300lbs, 6'4", black man named Snowflake?

Dylan: Omg! Thats Phailsauce.
από Tokerovin 9 Ιούνιος 2009
11 Words related to Phailsauce

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×