Top Definition
A person who uses pharmaceutical drugs for recreational purposes. A person addicted to pharmaceuticals.
My co-worker is a pharmo head. He is always on 30's.
από wackerman2112 18 Ιούλιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×