PHTHOR (thör), form of English noun phthore, -ine, old name for element fluorine; derived from Greek phtheiro, destruction. 1. Armageddon, Götterdämmerung, Ragnarok. 2. A chthonic god.
--SECTOR CYCLOPAEDIA, ~426 (From the Novel Phthor by Piers Anthony)
My God. You've started Phthor.
από Japhthor al Chil 9 Μάιος 2005

2 Words Related to Phthor

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×