Top Definition
Someone who takes one thing from a variety.
George only eats the apricots from the trail mix he's such a fucking Pick Shopper.
από TheLOL 23 Ιούλιος 2009
5 Words related to Pick Shopper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×