Top Definition
A person known to engage in the act of PigPocketing. They are not under the influence but instead know exactly what they are doing. Usually not thought of as a friend, but as that asshole in a group of people.
Man, Devon is such a PigPocketer.
από MICKEY88888 8 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.