Top Definition
A person who has sex with any animal type sex or gender.
Travis is such a pirgo.
Travis is the biggest pirgo on my street.
από Turnpyke 18 Οκτώβριος 2008
6 Words related to Pirgo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×