Top Definition
Usage of or skilled in the use of pistols.
In college, Matthews set pistolry records that still stand. (The New York Times, 'Spending for the Thrill of It', By Harvey Araton, September 25, 1994)

His display of pistolry impressed the detectives.
από Silent Thought 25 Μάιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.