Top Definition
A middle-aged gentleman that crafts pita wraps for a living. This man enjoys putting pita's in and around your mouth.

His Pitas are the thickest in town
If you want to be filled up, try his pitas.
"Lets go get lunch from the pitaphile"
από not-a-pita-eata 21 Ιανουάριος 2009
5 Words related to Pitaphile

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.