Top Definition
1. to flick a man's genitalia

2. to be fuckin skrillaX-D at playing a tiny-ass whistle.
Ryans mom loves to pitoflick the immigrant neighbors.

Ryans mom is a pitoflick at play small whistles.
από Ganjabrah420 16 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×