Top Definition
Cash given to others out of pity and or guilt...
The cheating husband gave his blind wife pity cash after he returned from his mistresses house.

My dad gave me pity cash all the time while he was divorcing my mom.
από Lisa Amor 17 Δεκέμβριος 2008
5 Words related to Pity Cash

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×