Top Definition
pron. "PLAY-djee-uh-fraze v.t. & v.i.

1. To plagiarize subtly by changing word order or replacing words with synonyms. 2. To plagiarphrase (which see).
Original phrase: He jests at scars that never felt a wound. (Shakespeare, Romeo and Juliet)

Good paraphrase: He boasts about experiences he never had.

Bad plagiaphrase: He jokes about injuries that never felt a blade.
από ProfNS 22 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.