Top Definition
The act of sending inappropriate text messages while severely under the influence of alcohol leading deep-seated regret the following morning.
You were plagiarizing your ex hard last night.
από Just Throwing it out there 18 Οκτώβριος 2010
3 Words related to Plagiarizing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×