Top Definition
1) Descriptive term for any item or commodity that is currently stocked to an acceptable level.

2) The root word of replenished.
I checked supplies and we need to replenish beer, cheetos, and salsa, but the toilet paper is already plenished unless Ed comes to visit; that guy must take 7 shits a day!
από nomanbags 2 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×