Top Definition
V. Encroachment upon one's happiness or general well-being by someone of little importance.
That trifflin' ho Emily stay plexin'.
από Daniel Moore 5 Νοέμβριος 2007
5 Words related to Plexin'

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×