Top Definition
Plimpster: One who is offended, frightened or upset by Blimsters. A plimpster will run away rather than make a dishonest excuse. Direct action for self preservation.
'Just tell her you don't fancy her'
'No way, I'm a plimpster'.

από Ron Supwards 27 Μάιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×