Top Definition
1.Having intercourse withsome extremely hard.
2.Word used to let someone know you would PLOUGH THEM.
'Hey that birds really fit, she'd get major ploughage'

'Got some great ploughage last night'

or simply on sight of an attractive female

από Rapevictim22 26 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Ploughage

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.