Top Definition
To strip someone of his/her virginity.
1. Don't blabber just because he ploughed your queen.

2. Sid ploughed his neighbor last weekend.
από babakaashirwad 24 Δεκέμβριος 2012
The physical and mental state of someone who is under the effects of an illegal drug
for example cannabis
"Wow Dave is so ploughed today"
από TheRainman 25 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.