Top Definition
A phrase meaning to have the act of sexual intercourse with a woman, where the field is the lady parts and the plough is the gentleman parts.
Man 1, "I'm going."
Man 2, "Where?"
Man 1, "I'm off to go plough the field."
Man 2, "Dang! You be lucky in ploughing the field so often!!"
από Mozillo 28 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×