Top Definition
Having a self-assured manner.
Having a graceful and elegant bearing.
Synonyms:
composed - sedate - staid - calm
The policeman stood poised, awaiting is fate.
από kriiizzi 6 Μάρτιος 2012
5 Words related to Poised

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×