Top Definition
The act of which someone eats out their lover's ass than procedes to bite that person anywhere on the body after doing so.
Ronald was making me so eroused until he decided to give me a Polish Ratbite.
από Merkitroid 11 Ιούλιος 2006
5 Words related to Polish Ratbite

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×