Top Definition
One who is extremely weird, uncool, or consist of weir or uncool qualities. It can be used as a noun or adjective.
"Dude, stop being such a Ponquiqui & lick my dingleberry already!"
από Eric Medel 20 Απρίλιος 2008
5 Words related to Ponquiqui

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.